Δημήτρης Ευθ. Αρχοντής
Ένας λησμονημένος Αγυιώτης ποιητής
41 χρόνια από τον πρόωρο χαμό του..
Ένα μικρό σημείωμα στη σεπτή μνήμη του… από τον Αντώνη Περδικούλη
“Ζήσε γρήγορα, πέθανε νέος!…” Ήταν η πεποίθηση του Jim Morrison…
Αυτό έκανε, ώς φαίνεται, χωρίς να το συνειδητοποιήσει ποτέ, ο Δημήτρης Ευθ. Αρχοντής (1967-1985), ένας ταλαντούχος, αλλά πολύ άτυχος ποιητής από την Αγυιά.
Ο Θάνατος πέρασε βιαστικός και τον πήρε, μια μέρα τού Μάρτη, τότε που “εκελαηδούσαν πουλιά πετώντας” και η πλάση ετοιμαζόταν να χαρεί τους ανθούς της…
Τα ποιήματα που πρόλαβε να εμπνευστεί και να γράψει ο Δημήτρης, κυκλοφόρησαν σε μια συλλογή με τον τίτλο “Προαιώνιος Νόμος”. Από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις το 1985, με έξοδα του Μ.Π.Σ. Αγυιάς “Ο Μιλτιάδης Δάλλας” και με την επιμέλεια και φροντίδα του αδελφού του Αχιλλέα.
Στη συλλογή απεικονίζεται αδρά ένα βαθύ προαιώνιο και πικρό συναίσθημα του ανθρώπου, ο οποίος συνειδητοποιεί από πολύ νωρίς τη θνητότητά του… Αλλά και μέσα από αυτή πιστεύει στην αμετάκλητη αιωνιότητα…
Μαθητής τού Γυμνασίου ήταν ο Δημήτρης, όταν τίς θεϊκές ώρες τής μοναξιάς και τής άσκησης σιωπής του τις μετουσίωνε σε ποιοτική μελέτη, σε γραφή και σε ποίηση. Από τα ποιητικά του γυμνάσματα καταλαβαίνουμε πώς τα διαβάσματά του τής λογοτεχνίας και της φιλολογίας ήταν πολλά και επιλεκτικά. Σκύβοντας με προσοχή στο ποιητικό του αποτύπωμα, βλέπουμε καθαρά ένα λεπτό φιλοσοφημένο προβληματισμό να τον διατρέχει εναγωνίως… “Αγοράσαμε τον άνθρωπο, έτσι ώστε να είμαστε όλοι με τη συνείδησή μας ήσυχη…”.
Η αυτογνωσία και η αυτο—αναζήτηση (το “ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν” του Ηράκλειτου), φαίνεται να είναι οι γνώμονες τής σκέψης του. Διαισθάνεται ότι ώς λειτουργός της υψηλής αυτής Τέχνης, της Ποίησης, προέρχεται από άριστη μαγιά, αλλά επίσης και ότι στο τέρμα κάθε χαράς ή κάθε ανεκπλήρωτου ονείρου παραμονεύει η απογοήτευση, η ήττα. “Δεν είμαστε από καλή πάστα εμείς, είμαστε η καλύτερη… Και μετά από μάς ο θάνατος…”.
Ο κενός και ασεβής άνθρωπος τον καταδιώκει, η υποκρισία και η λυκοφιλία τον απωθούν. Κλεισμένος στον δικό του κόσμο, ονειρεύεται μια άλλη τάξη και διάταξη τών πραγμάτων. Τα όνειρα όμως τών πολύ ευαίσθητων ανθρώπων, που λαχταρούν δικαίωση συνεχώς, προσκρούουν στη θύελλα της χειροπιαστής πραγματικότητας και ανεμοσκορπίζονται: “…και τα παιδιά με τα λουλούδια πλάθουν, πλάθουν στα δυό τους χέρια με τον ήλιο τα όνειρα τού κόσμου…”.
Η ποιητική καταγωγή του Δημήτρη Αρχοντή είναι ίδια μ’ εκείνες τών ποιητών Άγρα, Παπανικολάου και Φιλύρα. Μια γενικευμένη μελαγχολική προδιάθεση – καθόλου όμως πεισιθανασία – δεν μπορεί να ληφθεί διαφορετικά, παρά σά μια ωραία ψυχή και μια ευγενική φύση. Μια αξεδίψαστη ζωϊκή ορμή ξεχειλίζει στον παρακάτω στίχο: “Ο ήλιος έσκασε πάνω στα μάρμαρα, λαχτάρησε το μάτι μου το δέντρο…”.
Η Ελευθερία και η Μοίρα είναι τα δυό στοιχεία εκείνα, τα ανύμνητα και τ’ άπιαστα, που πνέουν όπως θέλουν, σαν τους ανέμους. Γίνονται πότε φιγούρα γυναικεία και τερτίπι ερωτικό, πότε πάλι καταρράκτης αγέννητου φωτός ή αλλοπαρμένη αύρα, εμφυσώντας θαυμαστώ τώ τρόπω μιά χοϊκή μακαριότητα: “Ο άνεμος παίζει με τα μαλλιά της γυμνής γυναίκας που βρέθηκε τυχαία στο παράθυρο”.
Η μνήμη τού Θανάτου, μαζί και η μνήμη του Θεού είναι παρούσες και ζωντανές σε όλο το δρομολόγιό του. Η απαισιόδοξη φύση και κλίση – δηλαδή η ενορατική με άλλο τρόπο – δεν εφησυχάζει με την παραμυθία καμιάς φευγαλέας χαράς: “Ο θάνατος αιωρείται πάνω μας…” και ούτε η πιό έναστρη σκέψη μας δεν μπορεί να τον ακυρώσει, παρά μόνο να τον περιφρονήσει…
Ο “Προαιώνιος Νόμος” είναι μια αδιασάλευτη εντολή τής Θεάς Μοίρας, σχεδιασμένη για τον ανελεύθερο άνθρωπο: Γέννηση, Αγώνας, Προσφορά, Θυσία! Και πίσω από κάθε βήμα η Ανάγκη, αυτή η μεγάλη χειροπέδη! Μια ακατάπαυστη δοκιμασία για το ανθρώπινο όν, που άλλοτε συμπεριφέρεται σαν ανήμερο θεριό και άλλοτε ώς τρεμάμενο στάχυ! Μια πάλη με τον Χρόνο που δεν βγάζει πουθενά.
Για τον αληθινό ποιητή όμως η Τέχνη είναι ταξίδι πνευματικής ευχαριστίας. Οι συχνές εκπυρσοκροτήσεις τής χαρμολύπης είναι η ίδια η μετάληψη τής εσώτατης ομορφιάς: “η Τέχνη είναι μεγαλείο και ζητάει λύτρωση απ΄τους αχάριστους…”, λέει ο ποιητής και ανίσταται!
Τα ποιήματα του Αρχοντή δεν είναι λυρικά, μπορούν να ειδωθούν μόνο ώς τραγικά! Είναι εσώτατοι μονόλογοι υπαρξιακής αγωνίας. Είναι στοχασμοί σαν πεζοτράγουδα, που κυοφορούν αχνές απογοητεύσεις στην πιο βαθειά σιωπή: “Είμαστε οι τρελλοί ενός χωριού και τα καμώματά μας είναι το γέλιο στα σάπια χείλη όλων τών άλλων…”. Μιλάει πολύτροπα για τους ποιητές που πλανώνται οικτρά και λοιδωρούνται, άλλωστε αυτή την κατάσταση τη βιώνει στα εσώψυχα… Ο παρακάτω στίχος είναι σαν μια βολή τέλεια στο κέντρο τής καρδιάς: “Η αναζήτηση τού φωτός στάθηκεν άσκοπη ‘δώ πέρα…”.
Ο Δημήτρης Αρχοντής, εάν δεν τον ξεγελούσε τόσο ανυποψίαστα ο ανέκφραστος Θάνατος, ήταν προορισμένος να φτάσει ψηλά, στις κορυφές του φιλολογικού Παρνασσού!
Πέρασαν τόσο αλύπητα σαρανταένα ολόκληρα χρόνια από τη σωματική απουσία αυτού τού ταλαντούχου παιδιού. Δυστυχώς όμως, τόσο η Ελληνική Γραμματολογία, οι Βιογραφίες, τα Ανθολόγια, όσο οι τοπικοί φορείς του πολιτισμού και οι εκάστοτε δήμαρχοι τον έχουν λησμονημένο ή τον αγνοούν εντελώς!!
Δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη και δεν μπήκαν καν στον κόπο να ασχοληθούν στο ελάχιστο, με αυτόν τον τόσο σημαντικό Έλληνα ποιητή του τόπου μας, που ήρθε τόσο κυνηγημένος στον κόσμο αυτό τον αλλοπρόσαλλο και που κάτι ξεχωριστό είχε να μάς πεί!…
Αντώνης Περδικούλης
Τακτικό Μέλος τής Ένωσης Λογοτεχνών Αιγαίου
















































