Χώρα Αγιά

“Έφυγε” 102 ετών η πρώτη γυναίκα βιβλιοπώλισσα της Αγιάς, Γκουσγκούνη Αικατερίνη / Γράφει η εγγονή της, Γκουσγκούνη Κατερίνα

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2026… Απεβίωσε σε ηλικία 102 ετών η πρώτη γυναίκα βιβλιοπώλισσα της Αγιάς, Γκουσγκούνη Αικατερίνη


Γράφει η συνονόματη εγγονή της, Γκουσγκούνη Κατερίνα


Γκουσγκούνη Κατερίνα – κυρά Τίκα

13/09/1924 – 14/03/2026

102 ετών

-Πες μας γιαγιά.. Γιατί σε λένε Τίκα;

-Όταν ήμουν μικρή είχαμε έναν μάστορα στο σπίτι και εγώ έτρεχα στις μύτες των ποδιών και έλεγε κάθε μέρα “κοίτα το πώς πάει, τικ τικ τικ” κι έμεινε το Τίκα μια ζωή!

-Πες μας γιαγιά, σ’ άρεσε το σχολείο;

-Μ’ άρεσε πολύ, γι’ αυτό διαβάζω και τα βιβλία της σχολής σας κι όλα τα λογοτεχνικά. Ο άνθρωπος όσο ζει πρέπει να μαθαίνει πράγματα. Να μην είναι κούτσουρο. Εκείνα τα χρόνια ήταν φτώχεια, ήταν πόλεμος. Τα κορίτσια πήγαιναν ως το Δημοτικό και μετά κοιτούσαν τα σπίτια. Εγώ ήθελα να σπουδάσω, να γίνω γιατρός, να κάνω καλά τους ανθρώπους από τις κακές αρρώστιες. Δεν τα κατάφερα όμως. Άνοιξα βιβλιοπωλείο. Κάτι πρόσφερα κι εκεί. Η πρώτη βιβλιοπώλισσα στην Αγιά ήμουν. “Θα πάμε στη Γκουσγκούναινα έλεγαν όλοι”.

-Πες μας γιαγιά ιστορίες απ’ τον πόλεμο..

-Να μην υπάρχει πόλεμος. Ποτές. Στον πόλεμο όλοι χάνουν, όλοι πονάνε. Πρώτα είχαμε τους Ιταλούς, μετά τον εμφύλιο, ζήσαμε δύσκολα χρόνια, χάσαμε γονείς, αδέρφια… Δεν θέλω να θυμάμαι.

-Και μετά γιαγιά;

-Μετά παντρεύτηκα τον παππού, από έρωτα. Εκείνα τα χρόνια γίνονταν προξενιά. Εμείς αγαπιόμασταν. Φτώχεια μεγάλη όμως. Κάναμε τα παιδιά, τον Κωστάκη και τον Γιαννάκο. Ζούσαμε φτωχικά, αλλά ήμασταν αγαπημένοι. Ώσπου, μόλις φτιάξαμε 5 παράδες, αρρώστησε ο άντρας μου. Τρέχαμε στην Αθήνα σε γιατρούς, δώσαμε όλα τα λεφτά μας. Η κακιά η αρρώστια. Μέσα σε 3 μήνες, στα 50 μου, τον έχασα τον άντρα μου, τον Γιώργο μου.

-Και πώς ζήσατε γιαγιά;

-Πουλήσαμε τα ζώα, έφευγα 5 το χάραμα με τα πόδια για να πάρω το λεωφορείο από τη στάση στη Δήμητρα και να πάω στην Αγιά να ανοίξω το βιβλιοπωλείο. Τα μεσημέρια κλείδωνα κι έπλεκα βελονάκι και τα πουλούσα να πάρω καμιά δραχμή. Και το βράδυ μέσα στη νύχτα, το κρύο και τον φόβο γύριζα πίσω στο χωριό.

-Κι αφού βγήκες στη σύνταξη γιαγιά;

-Εεεε μετά ζούσαμε στη Λάρισα. Είχαμε ευκολίες κι όλα τα καλά. Τι να τα κάνεις όμως; Άμα χάσεις τον άντρα σου, τελειώνει η ζωή σου. Δεν αγάπησα ποτέ άλλον κανέναν. Μόνο για τα παιδιά μου ζούσα και μετά για τα εγγόνια μου, τον Γιώργο, την Χριστίνα, την Κατερίνα και την Γωγώ.


Αυτή ήταν η γιαγιά μας… Γυναίκα-παλικάρι, περήφανη. Μας μεγάλωσε με ήθος και αρχές.

Ως τα 101 ήταν στα πόδια της και είχε το μυαλό της.

Στα 102 της έσβησε με αξιοπρέπεια, ΚΥΡΙΑ.

Τις τελευταίες μέρες φώναζε μία τη μάνα της, μία τον Γιώργο της.

Καλό ταξίδι γιαγιά μας.

Ξεψύχησες στα χέρια μου, σου έκλεισα τα μάτια, σε φίλησα και σου είπα ότι όλοι σ’ αγαπάμε.

“Συννεφιασμένη Κυριακή” ο αποχαιρετισμός σου που ήταν και το τραγούδι σας, συναντάς τον Γιώργο σου που τόσο αγαπούσες και που μισό αιώνα λαχταρούσες να τον ανταμώσεις ξανά.

Εμείς θα σε θυμόμαστε πάντα με αγάπη και περηφάνεια.

Θα συνεχίσεις να μας καμαρώνεις.

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email