Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Λάρισας με θλίψη αποχαιρετά τον πρώην Έφορο Αρχαιοτήτων Λάζαρο Δεριζιώτη.
Ο Λάζαρος Δεριζιώτης ανήκει στις δύσκολες εποχές της αρχαιολογίας, όταν με λίγους ανθρώπους και ελάχιστα μέσα έγιναν πάρα πολλά. Υπήρξε Έφορος Αρχαιοτήτων στη Λάρισα για 30 χρόνια, από το 1973, με την ίδρυση της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, και μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2003, με ένα διάλειμμα τα έτη 1980-82, οπότε μετεκπαιδεύθηκε στο Βερολίνο. Την ίδια περίπου εποχή που ο Κώστας Γαλλής έθετε τις βάσεις της προϊστορικής και κλασικής αρχαιολογίας στην περιοχή, ο Λάζαρος Δεριζιώτης έκανε το ίδιο για τη βυζαντινή.
Στα χρόνια εκείνα η επικράτεια της Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων εκτεινόταν σε έξι νομούς, αφού εκτός από τους τέσσερις της Θεσσαλίας περιελάμβανε ακόμη τη Φθιώτιδα και την Ευρυτανία. Η διοικητική της περιφέρεια έφθανε από την Ελασσόνα μέχρι τη Λοκρίδα και παράλληλα είχε στην αρμοδιότητά της και τα νησιά των Βορείων Σποράδων. Εκατοντάδες μνημεία περίμεναν τη φροντίδα της υπηρεσίας, τα περισσότερα εκκλησιαστικά, ενώ η έξαρση της οικοδόμησης στις πόλεις προσέθετε συνεχώς νέους αρχαιολογικούς χώρους.
Ο Λάζαρος Δεριζιώτης, παρά το λιγοστό προσωπικό της Εφορείας, ανταποκρίθηκε θετικά σε αυτές τις προκλήσεις, ενεργώντας σωστικά στο μέτρο των δυνατοτήτων του, καταγράφοντας και ερευνώντας τον βυζαντινό πολιτισμό της περιοχής. Δεν σταμάτησε, όμως, εκεί, παρά έθεσε τη διασφάλιση των μνημείων ως πρωταρχικό στόχο των ερευνών της Εφορείας, πραγματοποιώντας δεκάδες στερεωτικές εργασίες και αναστηλώσεις.
Στην έδρα της Εφορείας, τη Λάρισα, τα δύο σπουδαιότερα μνημεία του Λόφου του Φρουρίου, το Μπεζεστένι και ο Άγιος Αχίλλιος, οφείλουν την ανάδειξή τους στις σωστικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν υπό τη διεύθυνσή του τη δεκαετία του 1980, ενώ πολυάριθμες ανασκαφές στην πόλη έφεραν στο φως βυζαντινά κτίρια με ψηφιδωτά, τα οποία μετά από πολύχρονες εργασίες συντήρησης, κοσμούν σήμερα το Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας.
Στην περιοχή των Μετεώρων, ο εκλιπών αρχαιολόγος αφιέρωσε μεγάλο μέρος των δυνάμεών του, καθώς η μοναδικότητα και οι πιεστικές ανάγκες των μνημείων το απαιτούσαν. Η διάσωση –στην κυριολεξία- της μονής Ρουσσάνου και δύσκολες επεμβάσεις και συντηρήσεις σε όλα τα μνημεία έθεσαν τις βάσεις για την ανάδειξη που ακολούθησε μετέπειτα.
Οι εργασίες αυτές διεξάγονταν ταυτόχρονα με δεκάδες συντηρήσεις εκκλησιαστικών μνημείων σε όλους τους νομούς, τους οποίους ο τιμώμενος Έφορος όργωνε καθημερινά με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο, καθώς οι περίοδοι της ύπαρξης υπηρεσιακού αυτοκινήτου ήταν σπάνιες. Ακόμη και στη δύσβατη περιοχή των Αγράφων το έργο που διεξήχθη ήταν μεγάλο τόσο σε κτιριακές επισκευές όσο και στη συντήρηση τοιχογραφιών και τη συστηματική καταγραφή εικόνων και κειμηλίων.
Από νωρίς ενθάρρυνε τη δημιουργία τοπικών συλλογών για την προστασία των κινητών αρχαιοτήτων και βέβαια εργάσθηκε μαζί με τον Κώστα Γαλλή για τη δημιουργία του Διαχρονικού Μουσείου της Λάρισας.
Το μέγεθος του έργου δείχνουν δύο σημαντικές εκδόσεις του εκλιπόντος αρχαιολόγου, μία για τη μονή Τατάρνας Ευρυτανίας και η άλλη για τις Εκκλησίες της Αγιάς, που κρύβουν πίσω τους ολόκληρο ερευνητικό πρόγραμμα με καταγραφές και συντηρήσεις.
Όταν ξεκίνησε τη διδακτορική διατριβή του σχετικά με τις τοιχογραφίες των Μετεώρων και της Μονής Δουσίκου τη δεκαετία του 1990, οδήγησε τη Θεσσαλία με τις δημοσιεύσεις του στην πρωτοπορία των σχετικών αναζητήσεων παράλληλα με το Άγιο Όρος, καθώς αναδείχθηκε η σημασία της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, ιδιαίτερα της Κρητικής Σχολής.
Ωστόσο, η δημοσίευση των μνημείων δεν ήταν αυτοσκοπός για εκείνον, περισσότερο τον ενδιέφερε η διάσωση, συντήρηση, τεκμηρίωση και αρχειοθέτηση των τεκμηρίων, με συνέπεια να δημιουργηθούν τότε τα πλούσια αρχεία της Εφορείας, που κατά καιρούς εξυπηρέτησαν αρκετούς επιστήμονες.
Αργότερα, το ενδιαφέρον του κατευθύνθηκε στους βυζαντινούς οικισμούς της Ελασσόνας, οι οποίοι για πρώτη φορά αποκαλύφθηκαν την εποχή εκείνη και σήμερα αποτελούν σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους, όπως η Άζωρος, η Μηλέα και η Δολίχη.
Το κύριο χαρακτηριστικό της υπηρεσιακής συμπεριφοράς του ήταν η απόλυτη αφοσίωση στην προστασία των μνημείων που δεν γνώριζε όρια, συχνά εις βάρος των προσωπικών και οικογενειακών αναγκών του. Προσηνής στους νέους, έδινε έμφαση στη συνεργασία και ώθηση στην έρευνα, με συνέπεια πολλοί από τους νέους συναδέλφους να επιχειρήσουν χάρη στην επιμονή του τις πρώτες εργασίες τους.
Κάτι άλλο που τον χαρακτήριζε, επίσης, ήταν ο σεβασμός στην Εκκλησία και οι λεπτοί χειρισμοί που απαιτούν τα εκκλησιαστικά μνημεία, στοιχείο απαραίτητο για την προστασία των παλαιών μοναστηριών που είναι μεν μνημεία αλλά συγχρόνως συνεχίζουν τη ζώσα βυζαντινή παράδοση.
Τελειώνοντας, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι ο Λάζαρος Δεριζιώτης άφησε το στίγμα του σε μια μεγάλη εποχή και η βυζαντινή Θεσσαλία για πρώτη φορά απέκτησε πρόσωπο.
Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Λάρισας απευθύνει ειλικρινή συλλυπητήρια στους οικείους του.
Κείμενο: Εφορεία Αρχαιοτήτων Λάρισας / Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας



















































