Χώρα Αγιά

Ένας φτωχούλης άνθρωπος του Θεού / Γράφει ο Σωτήρης Απ. Παπαποστόλου

Ένας φτωχούλης άνθρωπος του Θεού


Του Σωτήρη Απ. Παπαποστόλου, Συνταξιούχου Δασοπόνου


Πάνε πολλά χρόνια που σε ένα μικρό χωριό της Θεσσαλίας εμφανίσθηκε ένας λιπόσαρκος, κοντούλης ανθρωπάκος, έχοντας ένα δισάκι στον ώμο με κάποια εργαλεία για τη δουλειά του.

Γύριζε το χωριό και, με όση δύναμη διέθετε το αδύνατο κορμί του, διακήρυττε: Καλάθιααα! Κοφίνιααα! Φτιάχνω! Καρέκλες επισκευάζω! Χαλκώματα γανώνω!

Μερικοί νοικοκυραίοι τον σταμάτησαν για κάποιες από τις δουλειές που διαλαλούσε ότι έκανε. Όπως διαπιστώθηκε, ήταν πολλοί που είχαν δουλειές να του δώσουν, όταν μάλιστα είδαν ότι ήταν πολύ καλός σε ό,τι έκανε. Η μέρα πέρασε και δεν πρόλαβε να τελειώσει όλες τις δουλειές του χωριού. Νύχτωσε λοιπόν και ζήτησε από κάποιον να τον αφήσει σε μια γωνιά να κοιμηθεί. Με κάποιον δισταγμό, είναι αλήθεια, του επέτρεψε να κοιμηθεί στον αχυρώνα, πράγμα που ο ανθρωπάκος δέχτηκε με μεγάλη του χαρά.

Την άλλη μέρα, πρωί – πρωί, συνέχισε σε άλλα νοικοκυριά τακτοποιώντας τις εκκρεμότητες που είχαν, με πολλή τέχνη, γρηγοράδα και ευσυνειδησία. Αυτό κράτησε τρεις μέρες, ώσπου τακτοποίησε όλες τις εκκρεμότητες που αφορούσαν την τέχνη του. Η αμοιβή του ήταν ανάλογη με τις δυνατότητες του κάθε νοικοκυριού. Φτωχοί άνθρωποι κατοικούσαν στο χωριό, μικροαγρότες, που τα έβγαζαν πολύ δύσκολα πέρα. Έτσι, άλλος του έδινε πενταροδεκάρες, άλλος ένα κομμάτι ψωμί, άλλος λίγο τυρί…τέτοια ήταν η αμοιβή του.

Όμως, ο ανθρωπάκος αυτός, καμιά φορά δεν διαμαρτυρήθηκε για το ύψος της αμοιβής του.

Μόνος του ήταν όταν εμφανίστηκε στο χωριό, και όταν τον ρωτούσαν από που ήρθε, απαντούσε στερεότυπα: από μακριά!

Κατά δήλωσή του, δεν είχε οικογένεια και το όνομά του ήταν Μήτρος (Δημήτρης).

Το χωριό τον εμπιστεύθηκε και τον θεωρούσε απαραίτητο, διότι εξυπηρετούσε πολλές ανάγκες της εποχής εκείνης. Τότε χρησιμοποιούσαν κοφίνια, καλάθια και κάνιστρα οι άνθρωποι των χωριών για να συγκομίζουν κηπευτικά, φρούτα, αυγά, σταφύλια και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Επίσης, τα κατσαρολικά ήταν χαλκωματένια και κατά διαστήματα χρειαζόταν κασσιτέρωμα (γάνωμα). Και στον Μήτρο όμως άρεσε το χωριό, μιας και οι κάτοικοι τον εμπιστεύτηκαν, και αποφάσισε να μείνει μόνιμα.

Κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να μάθει από που ήρθε και αν είχε οικογένεια και πως, τέλος πάντων, βρέθηκε μόνος του στο χωριό.

Αφού αποφάσισε να μείνει μόνιμα, έπρεπε να φροντίσει για το ζήτημα της κατοικίας. Ούτε χωράφια είχε, ούτε οικόπεδα. Έτσι, ζητούσε, αντί αμοιβής, να του δίνουν, άλλος ένα καδρόνι, άλλος ένα σανίδι και από κάποιους να κόψουν καλάμια και βούρλα και να του τα φέρνουν στη βάση ενός λόφου έξω από το χωριό. Εκεί, σιγά – σιγά, ο Μήτρος έστησε ένα καλυβάκι που ήταν πλέον το σπίτι του. Μια κατσαρόλα, κανά-δυό πιάτα και μια πυροστιά ήταν όλο κι όλο το νοικοκυριό του. Μια στάμνα χωμάτινη χρησίμευε για να κουβαλάει νερό από τη βρύση που ήταν αρκετά μακριά. Όλα τα νοικοκυριά, άλλωστε, προμηθεύονταν νερό από τις δύο βρύσες του χωριού, αφού δεν υπήρχαν βρύσες στα σπίτια.

Όταν δούλευε σε κάποιο σπίτι, εξασφάλιζε και το φαγητό του, επειδή τον φίλευε η νοικοκυρά με το φαγητό που είχε μαγειρέψει. Τις ημέρες που δεν είχε δουλειά, στην αυλή του καλυβιού του, μαγείρευε ότι είχε στο φτωχικό του και έτρωγε μόνος σε ένα τραπεζάκι που του είχε κάποιος χαρίσει.

Τις μεγάλες γιορτές, πολλοί έσπευδαν να τον πάρουν και να τον φιλοξενήσουν στο σπίτι τους. Εκεί, ταπεινός, λιγομίλητος και με μια έκφραση υπέρτατης ευχαρίστησης και ευγνωμοσύνης, έτρωγε και ευχαριστούσε τους οικοδεσπότες για τη φιλοξενία τους, πηγαίνοντας στη συνέχεια στο καλυβάκι του.

Ο Μήτρος ήταν καθαρός και τα φτωχικά ρούχα του επίσης, αφού τα έπλενε σε ζεματιστό νερό σε ένα χαλκωματένιο καζάνι.

Τα χρόνια εκείνα, έπεφταν πολλά χιόνια και έκανε παγωνιές. Αυτές τις κρύες μέρες τα πλησιέστερα σπίτια προς το καλυβάκι του Μήτρου, φρόντιζαν να τον φιλοξενήσουν εκ περιτροπής για να κοιμάται σε μια ζεστή γωνιά, για να μην πεθάνει από το κρύο.

Έτσι περνούσαν τα χρόνια και ο Μήτρος έγινε θεσμός στο χωριό για τις δουλειές που ήξερε να κάνει με τόση τέχνη και διακριτικότητα.

Τα χειμωνιάτικα βράδια που δεν υπήρχε φόρτος από αγροτικές δουλειές και είχαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού αφθονία κρέατος από τα γουρούνια που έθρεφε ο καθένας, καλούσαν τον Μήτρο να φάει μια μπριζόλα και να ζεσταθεί. Ιδιαίτερα ο Αποστόλης που το σπίτι του ήταν και πιο κοντά στο καλυβάκι του Μήτρου, τον καλούσε συχνά τα χειμωνιάτικα βράδια, να φάνε και μετά να καπνίσουν ένα τσιγάρο από τον καπνό που καλλιεργούσε στα χωράφια του. Ήταν και καλός τραγουδιστής και κάπου – κάπου έλεγε κάποιο τραγούδι, αλλά για ένα ανεξήγητο λόγο, τραγουδώντας άρχιζε να κλαίει.

Αυτή ήταν η ζωή του Μήτρου, ώσπου γέρασε και τα πόδια του δεν τον κρατούσαν πλέον και δεν μπορούσε να πάει στα σπίτια για τις δουλειές που χρειαζόταν ο καθένας. Τότε, πήγαιναν οι κάτοικοι του χωριού στο καλυβάκι του, για να παραγγείλουν να κάνει κάτι που χρειαζόταν.

Κάποιο πρωί, ο Μήτρος δεν εμφανίστηκε μπροστά στο καλυβάκι του να πλύνει το πρόσωπό του στον νιπτήρα που είχε κρεμασμένο σε ένα ξύλο. Μια γειτόνισσα, πήγε να δει τι συμβαίνει. Κτύπησε την πόρτα, αλλά δεν πήρε απάντηση. Έτσι, αναγκάστηκε να ανοίξει. Ο Μήτρος, κείτονταν ακίνητος στο αχυρόστρωμά του. Είχε πεθάνει.

Το θλιβερό νέο κυκλοφόρησε αστραπιαία σε όλο το χωριό.

«Ο Μήτρος πέθανε!…»

Στην κηδεία του παραβρέθηκαν όλοι, μικροί – μεγάλοι.

Δεν υπήρξε άνθρωπος που να μην έχυσε ένα δάκρυ γι’ αυτόν τον ταπεινό, φτωχό, αλλά τόσο μεγάλο στην ψυχή άνθρωπο.

Στο πρόσωπο του Μήτρου, ήταν χαραγμένη μία έκφραση γαλήνης και στα χείλη του ένα χαμόγελο ευχαρίστησης. Αυτό ήταν το «ευχαριστώ» προς τους κατοίκους του χωριού που τον βοήθησαν, αλλά και εκείνος τους έδωσε τόσα πολλά…

Παπαποστόλου Σωτήρης
Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email