Άνω Σωτηρίτσα: «Τι σας έκανα και με παρατήσατε έτσι;»
Κείμενο – φωτογραφίες: “Χώρα Αγιά”
Άνω Σωτηρίτσα: «Τι σας έκανα και με παρατήσατε έτσι;». Αυτό θα ρωτούσε αν είχε στόμα το μικρό, αλλά πολύ όμορφο χωριό του Κισσάβου, που από τα 400 μέτρα υψόμετρο, πνιγμένο στο πράσινο, αγναντεύει τα Αιγαιοπελαγίτικα νερά του Θερμαϊκού κόλπου ως τις ακτές της Χαλκιδικής.
Θα ρωτούσε αυτό δηλαδή που συνεχώς πλέον ρωτούν οι λιγοστοί του κάτοικοι, μεταξύ των οποίων και άνθρωποι που το επέλεξαν, αγόρασαν σπίτια και ζουν εκεί μόνιμα ή περισσότερο τους καλοκαιρινούς μήνες.
Μια ερώτηση που γίνεται αμέσως κατανοητή για κάποιον που θελήσει να περπατήσει στον κεντρικό δρόμο που διασχίζει απ’ άκρη σ’ άκρη τον οικισμό, περιηγηθεί στις δύο πλατεΐτσες του, επισκεφθεί τις εκκλησιές του ή πάρει τον δρόμο για το περιπατητικό μονοπάτι που τον συνδέει με την Μελίβοια ή την Βελίκα.
Η εικόνα της Άνω Σωτηρίτσας, με απλά λόγια, δεν τιμά κανέναν εκ των όσων έχουν την ευθύνη της. Δείχνει πια σαν ένα χωριό φάντασμα που σου προκαλεί θλίψη και σε κάνει ν’ απορείς και ν’ αναρωτιέσαι «Μα γιατί! Είναι πολύ μικρή. Εύκολα, και χωρίς μεγάλα κόστη, θα μπορούσαν να την διατηρούν, αν όχι κουκλίστικη, τουλάχιστον σε μια αξιοπρεπή κατάσταση».
Αντ’ αυτού, τα πάντα είναι… χάλια. Ξύλινα κάγκελα δρόμων, σίγουρα ζηλευτά κάποτε, ρημαγμένα, σπασμένα, μισοκατεστραμμένα τώρα. Βρύσες πέτρινες, που το μεράκι όσων τις κατασκεύασαν ακόμα το βλέπεις πάνω τους, χωρίς τρεχούμενο νερό, αλλά το κυριότερο με πολλά λίθινα στοιχεία τους σπασμένα ή αποκολλημένα. Κηπάκια στις πλατείες απεριποίητα, με χορτάρια που υπερκαλύπτουν κάποια λουλούδια που μπήκαν κάποτε και με δέντρα καμένα. Σαν ζούγκλα οι θάμνοι, εν δυνάμει εστίες πυρκαγιάς, παρατημένα σε σωρούς ξερά κομμένα κλαδιά. Κάδοι απορριμμάτων πενταβρώμικοι, ακόμα και αναποδογυρισμένοι. Πέτρινα τοιχία σπασμένα, όπως σπασμένες ή βγαλμένες και πολλές πέτρες από τις δύο πλακόστρωτες πλατείες. Η μία εκ των οποίων μάλιστα βρίσκεται μόνιμα στο σκοτάδι παρά τις εκκλήσεις προς τους υπευθύνους εδώ και ενάμιση χρόνο, όπως λένε οι κάτοικοι, να διορθώσουν την όποια ζημιά στα φωτιστικά. Όλες οι κολώνες ηλεκτροφωτισμού κατασκουριασμένες, όπως κατασκουριασμένο κι ένα μεγάλο πίλλαρ, στέκει «περήφανο» στο πιο κεντρικό σημείο του χωριού. Καλώδια κρέμονται από ‘δω κι από ‘κει, παγκάκια ρημαγμένα, μεγάλα δέντρα σπασμένα και κομμένα χωρίς το ενδιαφέρον κάποιου να τα μαζέψει, πινακίδες σήμανσης κι αυτές μέσα στην σκουριά, ξύλινο ενημερωτικό για το μονοπάτι σταντ σε άθλια κατάσταση και ξύλινες πινακίδες που σε οδηγούν στο μονοπάτι «γερασμένες», χωρίς την αρχική τους πια ομορφιά.
Δεν της αξίζει αυτήν η παραμέληση της Άνω Σωτηρίτσας. Έχει κι αυτήν την ιστορία της. Ήταν κάποτε ένα πολύ ζωντανό χωριό. Η απογραφή του 1961, λίγο πριν δηλαδή αφήσουν όλοι τα χωριά για την Αθήνα και γενικότερα για τις πόλεις, λέει πως είχε 472 κατοίκους. Το χωριό είχε για χρόνια συνεταιρισμό, οι άνθρωποί του ασχολιόντουσαν με την κτηνοτροφία, την υλοτομία, τα αμπέλια, τις ελιές, την εκτροφή μεταξοσκώληκα. Μετά ‘φύγαν και “‘στήσαν” την παραλιακή Σωτηρίτσα, όπου δραστηριοποιήθηκαν γεωργικά και τουριστικά. Το χωριό έφτασε να αριθμεί μόλις 40 κατοίκους στην απογραφή του 2011 και το 2021 αυξήθηκε στους 71. Ας βοηθηθεί, λοιπόν, από τους έχοντες την διοίκηση του τόπου έστω σε θέματα μικροϋποδομών και καλλωπισμού, μήπως και κρατήσει τους λίγους εναπομείναντες που του δίνουν ακόμη ζωή. Είναι όμορφος οικισμός, θα είναι κρίμα να σβήσει τελείως…










































































































